ισοζυγιστής
•
- αυτός που ισοζυγίζει Βικιλεξικό
- ειδικότερααυτός που φροντίζει ώστε οι ίπποι να είναι ισοβαρείς για τις ιπποδρομίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοζυγιστής < ισοζυγίζω + -τής (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική handicapper)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοζυγιστής | ισοζυγιστές |
| Γενική | ισοζυγιστή | ισοζυγιστών |
| Αιτιατική | ισοζυγιστή | ισοζυγιστές |
| Κλητική | ισοζυγιστή | ισοζυγιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →