Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισολογισμός

/i.so.lo.ʝiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογιστικήη χρηματοοικονομική θέση μιας οικονομικής μονάδας, όπου παρουσιάζονται τα περιουσιακά στοιχεία, οι απαιτήσεις της (ενεργητικό) και οι υποχρεώσεις της (παθητικό), σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και σε ενιαίο νόμισμα Βικιλεξικό
    • Ο ισολογισμός τέλους χρήσης απεικονίζει την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης στη δεδομένη χρονική στιγμή και σε ενιαίο νόμισμα. Ο ισολογισμός περιλαμβάνει τις ομαδοποιημένες αξίες των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης, όπως έχουν διαμορφωθεί στο τέλος κάθε διαχειριστικής περιόδου (Τουρνά–Γερμανού 2003)
  2. λογιστικήη κατάσταση που παρουσιάζει τον ισολογισμό. Όταν συντάσσεται οριζόντια, στο αριστερό του μέρος εμφανίζεται το ενεργητικό και στο δεξί το παθητικό, ενώ στην κάθετη σύνταξη, το ενεργητικό πάνω και ακολουθεί κάτω το παθητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισολογισμός < ισο- + λογισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισολογισμόςισολογισμοί
Γενικήισολογισμούισολογισμών
Αιτιατικήισολογισμόισολογισμούς
Κλητικήισολογισμέισολογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →