ισομερές
•
- χημείαγια άτομα με ίδιο χημικό τύπο αλλά άλλη διάταξη στοιχείων Βικιλεξικό
- φυσικήγια ατομικούς πυρήνες με ίδιο ατομικό αριθμό και μαζικό αριθμό (ίδιο αριθμό πρωτονίων και νετρονίων) αλλά με διαφορετικές ενεργειακές βαθμίδες (σε διαφορετική κατάσταση διέγερσης, με διαφορερτική συμπεριφορά αποσύνθεσης/διάσπασης και διαφορετική διάρκεια ημιζωής) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισομερές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ισομερής < ισο- + -μερής, γαλλική isomère < αρχαία ελληνική ἰσομερής (διαιρεμένος σε ίσα μέρη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισομερές | ισομερή |
| Γενική | ισομερούς | ισομερών |
| Αιτιατική | ισομερές | ισομερή |
| Κλητική | ισομερές | ισομερή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →