ισομετρία
•
- η ιδιότητα του ισόμετρου, το να είναι κάποιος ή κάτι ισόμετρο(ς) Βικιλεξικό
- ειδικότερααλλαγή των διαστάσεων ενός δισδιάστατου ή τρισδιάστατου γεωμετρικού σχήματος ή στερεού, με διατήρηση των αναλογιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισομετρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσομετρία < ἰσόμετρ(ος) + -ία < ἴσος + μέτρον. Συγχρονικά αναλύεται σε ισο- + -μετρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισομετρία | ισομετρίες |
| Γενική | ισομετρίας | ισομετριών |
| Αιτιατική | ισομετρία | ισομετρίες |
| Κλητική | ισομετρία | ισομετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →