Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ισόμετρο ή την ισομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισομετρικός < ισομετρία / ισόμετρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισομετρικόςισομετρικήισομετρικό
Γενικήισομετρικούισομετρικήςισομετρικού
Αιτιατικήισομετρικόισομετρικήισομετρικό
Κλητικήισομετρικέισομετρικήισομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισομετρικοίισομετρικέςισομετρικά
Γενικήισομετρικώνισομετρικώνισομετρικών
Αιτιατικήισομετρικούςισομετρικέςισομετρικά
Κλητικήισομετρικοίισομετρικέςισομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →