ισομετρικός
•
- που έχει σχέση με τον ισόμετρο ή την ισομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισομετρικός < ισομετρία / ισόμετρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισομετρικός | ισομετρική | ισομετρικό |
| Γενική | ισομετρικού | ισομετρικής | ισομετρικού |
| Αιτιατική | ισομετρικό | ισομετρική | ισομετρικό |
| Κλητική | ισομετρικέ | ισομετρική | ισομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισομετρικοί | ισομετρικές | ισομετρικά |
| Γενική | ισομετρικών | ισομετρικών | ισομετρικών |
| Αιτιατική | ισομετρικούς | ισομετρικές | ισομετρικά |
| Κλητική | ισομετρικοί | ισομετρικές | ισομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →