Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισοπέδωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισοπεδώνω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισοπεδώνω Βικιλεξικό
    • Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)

Ετυμολογία

ισοπέδωση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισοπέδωσηισοπεδώσεις
Γενικήισοπέδωσηςισοπεδώσεων
Αιτιατικήισοπέδωσηισοπεδώσεις
Κλητικήισοπέδωσηισοπεδώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →