Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισοπολιτεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είναι η ίση πρόσβαση και συμμετοχή όλων στα δημόσια αξιώματα και τις αρχές Βικιλεξικό
    • 1844: Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούν για μήνες την εθνοσυνέλευση είναι και αυτό του δικαιώματος της ισοπολιτείας των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων. Πολλοί από του αντιπροσώπους υποστήριξαν τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις. (Γιάννης Γρυντάκης, Γιώργος Δάλκος, Έκτορας Χόρτης, Άγγελος Χόρτης, Σαν σήμερα. Στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. η ισονομία, η ισότητα των πολιτών απέναντι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διαθέτουν απέναντι στο κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισοπολιτεία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισοπολιτείαισοπολιτείες
Γενικήισοπολιτείαςισοπολιτειών
Αιτιατικήισοπολιτείαισοπολιτείες
Κλητικήισοπολιτείαισοπολιτείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →