ισορροπώ
•
- διατηρώ την υλική, πνευματική ή ψυχική μου ισορροπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισορροπώ < αρχαία ελληνική ἰσορροπῶ < ἰσόρροπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισορροπώ | ισορροπείς | ισορροπεί | ισορροπούμε | ισορροπείτε | ισορροπούν / ισορροπούνε |
| Παρατατικός | ισορροπούσα | ισορροπούσες | ισορροπούσε | ισορροπούσαμε | ισορροπούσατε | ισορροπούσαν / ισορροπούσανε |
| Αόριστος | ισορρόπησα | ισορρόπησες | ισορρόπησε | ισορροπήσαμε | ισορροπήσατε | ισορροπήσαν / ισορροπήσανε / ισορρόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ισορροπήσω / θα ισορροπώ | θα ισορροπήσεις / θα ισορροπείς | θα ισορροπήσει / θα ισορροπεί | θα ισορροπήσουμε / θα ισορροπούμε | θα ισορροπήσετε / θα ισορροπείτε | θα ισορροπήσουν / θα ισορροπήσουνε / θα ισορροπούν / θα ισορροπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ισορροπήσει | έχεις ισορροπήσει | έχει ισορροπήσει | έχουμε ισορροπήσει | έχετε ισορροπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισορροπήσει | είχες ισορροπήσει | είχε ισορροπήσει | είχαμε ισορροπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισορροπήσει / να ισορροπήσω / να ισορροπώ | να έχεις ισορροπήσει / να ισορροπήσεις / να ισορροπείς | να έχει ισορροπήσει / να ισορροπήσει / να ισορροπεί | να έχουμε ισορροπήσει / να ισορροπήσουμε / να ισορροπούμε | να έχετε ισορροπήσει / να ισορροπήσετε / να ισορροπείτε | να ισορροπήσουν / να ισορροπήσουνε / να ισορροπούν / να ισορροπούνε |
| Προστακτική | — | ισορρόπει / ισορρόπησε | — | — | ισορροπήστε / ισορροπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →