ισοσκελίζω
•
- ενεργώ έτσι ώστε τα δύο σκέλη ενός αντικειμένου να είναι ίσα μεταξύ τους (λέγεται κυρίως για το ενεργητικό και το παθητικό ενός ισολογισμού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοσκελίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοσκελίζω | ισοσκελίζεις | ισοσκελίζει | ισοσκελίζουμε | ισοσκελίζετε | ισοσκελίζουν / ισοσκελίζουνε |
| Παρατατικός | ισοσκέλιζα | ισοσκέλιζες | ισοσκέλιζε | ισοσκελίζαμε | ισοσκελίζατε | ισοσκέλιζαν / ισοσκελίζαν / ισοσκελίζανε |
| Αόριστος | ισοσκέλισα | ισοσκέλισες | ισοσκέλισε | ισοσκελίσαμε | ισοσκελίσατε | ισοσκέλισαν / ισοσκελίσαν / ισοσκελίσανε |
| Μέλλοντας | θα ισοσκελίζω / θα ισοσκελίσω | θα ισοσκελίζεις / θα ισοσκελίσεις | θα ισοσκελίζει / θα ισοσκελίσει | θα ισοσκελίζουμε / θα ισοσκελίσουμε | θα ισοσκελίζετε / θα ισοσκελίσετε | θα ισοσκελίζουν / θα ισοσκελίζουνε / θα ισοσκελίσουν / θα ισοσκελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοσκελίσει | έχεις ισοσκελίσει | έχει ισοσκελίσει | έχουμε ισοσκελίσει | έχετε ισοσκελίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοσκελίσει | είχες ισοσκελίσει | είχε ισοσκελίσει | είχαμε ισοσκελίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοσκελίσει / να ισοσκελίζω / να ισοσκελίσω | να έχεις ισοσκελίσει / να ισοσκελίζεις / να ισοσκελίσεις | να έχει ισοσκελίσει / να ισοσκελίζει / να ισοσκελίσει | να έχουμε ισοσκελίσει / να ισοσκελίζουμε / να ισοσκελίσουμε | να έχετε ισοσκελίσει / να ισοσκελίζετε / να ισοσκελίσετε | να ισοσκελίζουν / να ισοσκελίζουνε / να ισοσκελίσουν / να ισοσκελίσουνε |
| Προστακτική | — | ισοσκέλιζε / ισοσκέλισε | — | — | ισοσκελίζετε / ισοσκελίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →