ισοστάθμιση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισοσταθμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοστάθμιση < ισοσταθμί(ζω) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ισο- + στάθμιση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοστάθμιση | ισοσταθμίσεις |
| Γενική | ισοστάθμισης | ισοσταθμίσεων |
| Αιτιατική | ισοστάθμιση | ισοσταθμίσεις |
| Κλητική | ισοστάθμιση | ισοσταθμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →