ισοτελής
•
- που πληρώνει ίσα τέλη, φόρους ή δασμούς με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- ιστορίααρχαίος Αθηναίος μέτοικος με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους Αθηναίους πολίτες, εκτός των πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοτελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσοτελής < ἴσος + τέλος. Συγχρονικά αναλύεται σε ισο- + -τελής.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοτελής | ισοτελής | ισοτελές |
| Γενική | ισοτελούς | ισοτελούς | ισοτελούς |
| Αιτιατική | ισοτελή | ισοτελή | ισοτελές |
| Κλητική | ισοτελή / ισοτελής | ισοτελής | ισοτελές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοτελείς | ισοτελείς | ισοτελή |
| Γενική | ισοτελών | ισοτελών | ισοτελών |
| Αιτιατική | ισοτελείς | ισοτελείς | ισοτελή |
| Κλητική | ισοτελείς | ισοτελείς | ισοτελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →