ισοτονικός
•
- φυσιολογία, (μυϊκή δραστηριότητα) που λαμβάνει χώρα με φυσιολογική συστολή Βικιλεξικό
- φυσιολογίαπου υποδηλώνει ή σχετίζεται με διάλυμα που έχει την ίδια ωσμωτική πίεση με κάποιο άλλο, κυρίως με κυτταρικό ή σωματικό υγρό Βικιλεξικό
- πυρηνικήπου σχετίζεται με ισότονο/ραδιοϊσότονο Βικιλεξικό
- μουσικήισότονος· που έχει την ίδια τονικότητα· που αφορά ή αποτελεί την ίδια νότα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοτονικός < ίσος + τόνος + -ικος ή ισότονος + -ικός # ισοτονικός < ισότονο, ραδιοϊσότονο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοτονικός | ισοτονική | ισοτονικό |
| Γενική | ισοτονικού | ισοτονικής | ισοτονικού |
| Αιτιατική | ισοτονικό | ισοτονική | ισοτονικό |
| Κλητική | ισοτονικέ | ισοτονική | ισοτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοτονικοί | ισοτονικές | ισοτονικά |
| Γενική | ισοτονικών | ισοτονικών | ισοτονικών |
| Αιτιατική | ισοτονικούς | ισοτονικές | ισοτονικά |
| Κλητική | ισοτονικοί | ισοτονικές | ισοτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →