ισοφαρίζω
•
- αθλητισμόςεπανέρχομαι στο ίδιο αποτέλεσμα που είχε ο αντίπαλός μου, πετυχαίνω την ισοπαλία στο παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοφαρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοφαρίζω | ισοφαρίζεις | ισοφαρίζει | ισοφαρίζουμε | ισοφαρίζετε | ισοφαρίζουν / ισοφαρίζουνε |
| Παρατατικός | ισοφάριζα | ισοφάριζες | ισοφάριζε | ισοφαρίζαμε | ισοφαρίζατε | ισοφάριζαν / ισοφαρίζαν / ισοφαρίζανε |
| Αόριστος | ισοφάρισα | ισοφάρισες | ισοφάρισε | ισοφαρίσαμε | ισοφαρίσατε | ισοφάρισαν / ισοφαρίσαν / ισοφαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ισοφαρίζω / θα ισοφαρίσω | θα ισοφαρίζεις / θα ισοφαρίσεις | θα ισοφαρίζει / θα ισοφαρίσει | θα ισοφαρίζουμε / θα ισοφαρίσουμε | θα ισοφαρίζετε / θα ισοφαρίσετε | θα ισοφαρίζουν / θα ισοφαρίζουνε / θα ισοφαρίσουν / θα ισοφαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοφαρίσει | έχεις ισοφαρίσει | έχει ισοφαρίσει | έχουμε ισοφαρίσει | έχετε ισοφαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοφαρίσει | είχες ισοφαρίσει | είχε ισοφαρίσει | είχαμε ισοφαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοφαρίσει / να ισοφαρίζω / να ισοφαρίσω | να έχεις ισοφαρίσει / να ισοφαρίζεις / να ισοφαρίσεις | να έχει ισοφαρίσει / να ισοφαρίζει / να ισοφαρίσει | να έχουμε ισοφαρίσει / να ισοφαρίζουμε / να ισοφαρίσουμε | να έχετε ισοφαρίσει / να ισοφαρίζετε / να ισοφαρίσετε | να ισοφαρίζουν / να ισοφαρίζουνε / να ισοφαρίσουν / να ισοφαρίσουνε |
| Προστακτική | — | ισοφάριζε / ισοφάρισε | — | — | ισοφαρίζετε / ισοφαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →