ισοψηφώ
•
- συγκεντρώνω τον ίδιο αριθμό ψήφων με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- οι δύο υποψήφιοι ισοφήφισαν με 42 ψήφους ο καθένας
Ετυμολογία
ισοψηφώ < ισόψηφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοψηφώ | ισοψηφείς | ισοψηφεί | ισοψηφούμε | ισοψηφείτε | ισοψηφούν / ισοψηφούνε |
| Παρατατικός | ισοψηφούσα | ισοψηφούσες | ισοψηφούσε | ισοψηφούσαμε | ισοψηφούσατε | ισοψηφούσαν / ισοψηφούσανε |
| Αόριστος | ισοψήφησα | ισοψήφησες | ισοψήφησε | ισοψηφήσαμε | ισοψηφήσατε | ισοψήφησαν / ισοψηφήσαν / ισοψηφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ισοψηφήσω / θα ισοψηφώ | θα ισοψηφήσεις / θα ισοψηφείς | θα ισοψηφήσει / θα ισοψηφεί | θα ισοψηφήσουμε / θα ισοψηφούμε | θα ισοψηφήσετε / θα ισοψηφείτε | θα ισοψηφήσουν / θα ισοψηφήσουνε / θα ισοψηφούν / θα ισοψηφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοψηφήσει | έχεις ισοψηφήσει | έχει ισοψηφήσει | έχουμε ισοψηφήσει | έχετε ισοψηφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοψηφήσει | είχες ισοψηφήσει | είχε ισοψηφήσει | είχαμε ισοψηφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοψηφήσει / να ισοψηφήσω / να ισοψηφώ | να έχεις ισοψηφήσει / να ισοψηφήσεις / να ισοψηφείς | να έχει ισοψηφήσει / να ισοψηφήσει / να ισοψηφεί | να έχουμε ισοψηφήσει / να ισοψηφήσουμε / να ισοψηφούμε | να έχετε ισοψηφήσει / να ισοψηφήσετε / να ισοψηφείτε | να ισοψηφήσουν / να ισοψηφήσουνε / να ισοψηφούν / να ισοψηφούνε |
| Προστακτική | — | ισοψήφει / ισοψήφησε | — | — | ισοψηφήστε / ισοψηφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →