ιστιοδέτης
•
- ναυτικός όρος: το σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την καθαίρεσή του από τον ιστιούχο όπου και τοποθετείται στην ιστιοθήκη για φύλαξη. Βικιλεξικό
- ο ιστιοδέτης των μεγάλων ιστίων έχει μήκος 6 - 7 οργιές
Ετυμολογία
ιστιοδέτης < ιστί(ο) + -ο- + -δέτης (< δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστιοδέτης | ιστιοδέτες |
| Γενική | ιστιοδέτη | ιστιοδετών |
| Αιτιατική | ιστιοδέτη | ιστιοδέτες |
| Κλητική | ιστιοδέτη | ιστιοδέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →