Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστιοδρομικός

/i.sti.o.ðɾo.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ιστιοδρομία ή τον ιστιοδρόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστιοδρομικός < ιστιοδρομ(ία) / ιστιοδρόμ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστιοδρομικόςιστιοδρομικήιστιοδρομικό
Γενικήιστιοδρομικούιστιοδρομικήςιστιοδρομικού
Αιτιατικήιστιοδρομικόιστιοδρομικήιστιοδρομικό
Κλητικήιστιοδρομικέιστιοδρομικήιστιοδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστιοδρομικοίιστιοδρομικέςιστιοδρομικά
Γενικήιστιοδρομικώνιστιοδρομικώνιστιοδρομικών
Αιτιατικήιστιοδρομικούςιστιοδρομικέςιστιοδρομικά
Κλητικήιστιοδρομικοίιστιοδρομικέςιστιοδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →