Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστιοσανίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ειδική σανίδα / σκάφος, που έχει προσαρμοσμένο σ’ αυτή ένα ιστίο, με τη βοήθεια του οποίου επιπλέει και κινείται στο νερό Βικιλεξικό
    • Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να επιχειρήσετε μόνοι σας να μάθετε τα μυστικά του αθλήματος, επειδή απλά βρέθηκε στα χέρια σας μια ιστιοσανίδα. (@ethnos.gr)
  2. κατ’ επέκτασηη πλεύση με μια τέτοια σανίδα καθώς και το σχετικό άθλημα Βικιλεξικό
    • Το windsurf, ή ιστιοσανίδα επί το ελληνικότερο είναι ένα σπορ της θάλασσας που συνδυάζει το surfing με την ιστιοπλοΐα. (@ethnos.gr)

Ετυμολογία

ιστιοσανίδα < ιστιο- + σανίδα, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική surfboard

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιστιοσανίδαιστιοσανίδες
Γενικήιστιοσανίδαςιστιοσανίδων
Αιτιατικήιστιοσανίδαιστιοσανίδες
Κλητικήιστιοσανίδαιστιοσανίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →