Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστιόπανο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όρος: πανί που φέρεται σε ιστό, σε κατάρτι. Βικιλεξικό
  2. {γενικά) το πανί ιστιοφόρου πλοίου, που ανάλογα της μορφής του, του ιστού που φέρεται και της καθ' ύψος θέσης του, παίρνει ιδιαίτερη ονομασία. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστιόπανο < ιστός + πανί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιστιόπανοιστιόπανα
Γενικήιστιόπανουιστιόπανων
Αιτιατικήιστιόπανοιστιόπανα
Κλητικήιστιόπανοιστιόπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →