ιστιόπανο
•
- ναυτικός όρος: πανί που φέρεται σε ιστό, σε κατάρτι. Βικιλεξικό
- {γενικά) το πανί ιστιοφόρου πλοίου, που ανάλογα της μορφής του, του ιστού που φέρεται και της καθ' ύψος θέσης του, παίρνει ιδιαίτερη ονομασία. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστιόπανο < ιστός + πανί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστιόπανο | ιστιόπανα |
| Γενική | ιστιόπανου | ιστιόπανων |
| Αιτιατική | ιστιόπανο | ιστιόπανα |
| Κλητική | ιστιόπανο | ιστιόπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →