Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστολογώ

ρήμα
•
  1. διαδίκτυογράφω, δημοσιεύω κάτι σε ιστολόγιο (μπλογκ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστολογώ < ιστο- (ιστός) + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιστολογώιστολογείςιστολογείιστολογούμειστολογείτειστολογούν / ιστολογούνε
Παρατατικόςιστολογούσαιστολογούσεςιστολογούσειστολογούσαμειστολογούσατειστολογούσαν / ιστολογούσανε
Αόριστοςιστολόγησαιστολόγησεςιστολόγησειστολογήσαμειστολογήσατειστολογήσαν / ιστολογήσανε / ιστολόγησαν
Μέλλονταςθα ιστολογήσω / θα ιστολογώθα ιστολογήσεις / θα ιστολογείςθα ιστολογήσει / θα ιστολογείθα ιστολογήσουμε / θα ιστολογούμεθα ιστολογήσετε / θα ιστολογείτεθα ιστολογήσουν / θα ιστολογήσουνε / θα ιστολογούν / θα ιστολογούνε
Παρακείμενοςέχω ιστολογήσειέχεις ιστολογήσειέχει ιστολογήσειέχουμε ιστολογήσειέχετε ιστολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιστολογήσειείχες ιστολογήσειείχε ιστολογήσειείχαμε ιστολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω ιστολογήσει / να ιστολογήσω / να ιστολογώνα έχεις ιστολογήσει / να ιστολογήσεις / να ιστολογείςνα έχει ιστολογήσει / να ιστολογήσει / να ιστολογείνα έχουμε ιστολογήσει / να ιστολογήσουμε / να ιστολογούμενα έχετε ιστολογήσει / να ιστολογήσετε / να ιστολογείτενα ιστολογήσουν / να ιστολογήσουνε / να ιστολογούν / να ιστολογούνε
Προστακτική—ιστολόγει / ιστολόγησε——ιστολογήστε / ιστολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →