Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστορίζω

ρήμα
•
  1. ζωγραφίζω, απεικονίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστορίζω < μεσαιωνική ελληνική ἱστορίζω < αρχαία ελληνική ἱστορία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιστορίζωιστορίζειςιστορίζειιστορίζουμειστορίζετειστορίζουν / ιστορίζουνε
Παρατατικόςιστόριζαιστόριζεςιστόριζειστορίζαμειστορίζατειστορίζαν / ιστορίζανε / ιστόριζαν
Αόριστοςιστόρισαιστόρισεςιστόρισειστορίσαμειστορίσατειστορίσαν / ιστορίσανε / ιστόρισαν
Μέλλονταςθα ιστορίζω / θα ιστορίσωθα ιστορίζεις / θα ιστορίσειςθα ιστορίζει / θα ιστορίσειθα ιστορίζουμε / θα ιστορίσουμεθα ιστορίζετε / θα ιστορίσετεθα ιστορίζουν / θα ιστορίζουνε / θα ιστορίσουν / θα ιστορίσουνε
Παρακείμενοςέχω ιστορίσειέχεις ιστορίσειέχει ιστορίσειέχουμε ιστορίσειέχετε ιστορίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιστορίσειείχες ιστορίσειείχε ιστορίσειείχαμε ιστορίσει——
Υποτακτικήνα έχω ιστορίσει / να ιστορίζω / να ιστορίσωνα έχεις ιστορίσει / να ιστορίζεις / να ιστορίσειςνα έχει ιστορίσει / να ιστορίζει / να ιστορίσεινα έχουμε ιστορίσει / να ιστορίζουμε / να ιστορίσουμενα έχετε ιστορίσει / να ιστορίζετε / να ιστορίσετενα ιστορίζουν / να ιστορίζουνε / να ιστορίσουν / να ιστορίσουνε
Προστακτική—ιστόριζε / ιστόρισε——ιστορίζετε / ιστορίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →