Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστορικός

/i.sto.ɾiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ιστοριογράφος Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαο επιστήμονας που μελετά την ιστορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστορικός < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἱστορικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιστορικόςιστορικοί
Γενικήιστορικούιστορικών
Αιτιατικήιστορικόιστορικούς
Κλητικήιστορικέιστορικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ιστορικός

/i.sto.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ιστορία Βικιλεξικό
    • Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
    • ιστορική επιστήμη
    • ιστορικό μυθιστόρημα
  2. που έχει καταγραφεί από την επιστήμη της ιστορίας ότι πραγματικά υπήρξε ή έγινε Βικιλεξικό
    • κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο
  3. που έχει χαρακτηριστεί ως εξαιρετικής σημασίας και έχει καταγραφεί ή θα καταγραφεί ως τέτοιος στην ιστορία Βικιλεξικό
    • μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο
  4. γραμματικήγια χρόνο που αναφέρεται στο παρελθόν Βικιλεξικό
    • ιστορικός ενεστώτας
  5. το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστορικό . Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστορικός < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἱστορικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστορικόςιστορικήιστορικό
Γενικήιστορικούιστορικήςιστορικού
Αιτιατικήιστορικόιστορικήιστορικό
Κλητικήιστορικέιστορικήιστορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστορικοίιστορικέςιστορικά
Γενικήιστορικώνιστορικώνιστορικών
Αιτιατικήιστορικούςιστορικέςιστορικά
Κλητικήιστορικοίιστορικέςιστορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →