ιστορώ
•
- αφηγούμαι, εξιστορώ Βικιλεξικό
- Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
- θρησκείαεικονογραφώ έναν ναό ή ένα χειρόγραφο με παραστάσεις εμπνευσμένες από την Αγία Γραφή ή την εκκλησιαστική παράδοση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστορώ < αρχαία ελληνική ἱστορέω / ἱστορῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιστορώ | ιστορείς | ιστορεί | ιστορούμε | ιστορείτε | ιστορούν / ιστορούνε |
| Παρατατικός | ιστορούσα | ιστορούσες | ιστορούσε | ιστορούσαμε | ιστορούσατε | ιστορούσαν / ιστορούσανε |
| Αόριστος | ιστόρησα | ιστόρησες | ιστόρησε | ιστορήσαμε | ιστορήσατε | ιστορήσαν / ιστορήσανε / ιστόρησαν |
| Μέλλοντας | θα ιστορήσω / θα ιστορώ | θα ιστορήσεις / θα ιστορείς | θα ιστορήσει / θα ιστορεί | θα ιστορήσουμε / θα ιστορούμε | θα ιστορήσετε / θα ιστορείτε | θα ιστορήσουν / θα ιστορήσουνε / θα ιστορούν / θα ιστορούνε |
| Παρακείμενος | έχω ιστορήσει | έχεις ιστορήσει | έχει ιστορήσει | έχουμε ιστορήσει | έχετε ιστορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιστορήσει | είχες ιστορήσει | είχε ιστορήσει | είχαμε ιστορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιστορήσει / να ιστορήσω / να ιστορώ | να έχεις ιστορήσει / να ιστορήσεις / να ιστορείς | να έχει ιστορήσει / να ιστορήσει / να ιστορεί | να έχουμε ιστορήσει / να ιστορήσουμε / να ιστορούμε | να έχετε ιστορήσει / να ιστορήσετε / να ιστορείτε | να ιστορήσουν / να ιστορήσουνε / να ιστορούν / να ιστορούνε |
| Προστακτική | — | ιστόρει / ιστόρησε | — | — | ιστορήστε / ιστορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →