ιστοχώρος
•
- νεολογισμόςσυλλογή από ιστοσελίδες με κείμενα, αρχεία εικόνας, ήχου, βίντεο, κ.λπ., τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και είναι διαθέσιμα στον Παγκόσμιο Ιστό, για την πληροφόρηση των χρηστών του διαδικτύου αλλά και την παρουσίαση ενός θέματος, μίας εταιρίας, ενός οργανισμού, ενός προσώπου κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστοχώρος < ιστός + χώρος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική website
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστοχώρος | ιστοχώροι |
| Γενική | ιστοχώρου | ιστοχώρων |
| Αιτιατική | ιστοχώρο | ιστοχώρους |
| Κλητική | ιστοχώρε | ιστοχώροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →