ιστόγραμμα
•
- στατιστικήγραφική αναπαράσταση διασποράς-κατανομής αριθμητικών δεδομένων Βικιλεξικό
- γραφική παράσταση του περιεχομένου ενός ιστοχώρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστόγραμμα < αγγλική histogram < ιστός + γράμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστόγραμμα | ιστογράμματα |
| Γενική | ιστογράμματος | ιστογραμμάτων |
| Αιτιατική | ιστόγραμμα | ιστογράμματα |
| Κλητική | ιστόγραμμα | ιστογράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →