Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστός

/isˈtos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίασύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία Βικιλεξικό
    • Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
  2. ναυτικός όροςτο κατάρτι Βικιλεξικό
  3. ιστός της αράχνης: λεπτό μεταξένιο δίχτυ που πλέκεται από αράχνη και μέσα του παγιδεύονται έντομα Βικιλεξικό
  4. διαδίκτυοόλες οι διασυνδέσεις μεταξύ των κόμβων (nodes) του διαδικτύου (internet) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστός < αρχαία ελληνική ἱστός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιστόςιστοί
Γενικήιστούιστών
Αιτιατικήιστόιστούς
Κλητικήιστέιστοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →