ισχαδόδεσμος
•
- ναυτικός όροςτο δέσιμο με το οποίο δένεται η ισχάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισχαδόδεσμος < ισχάδ(α) + -ό- + δεσμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχαδόδεσμος | ισχαδόδεσμοι |
| Γενική | ισχαδόδεσμου | ισχαδόδεσμων |
| Αιτιατική | ισχαδόδεσμο | ισχαδόδεσμους |
| Κλητική | ισχαδόδεσμε | ισχαδόδεσμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →