Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισχαιμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καρδιολογίαπου έχει σχέση με την ισχαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισχαιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ischémique < ischémie + -ique < αρχαία ελληνική ἴσχαιμος < ἴσχω + αἷμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισχαιμικόςισχαιμικήισχαιμικό
Γενικήισχαιμικούισχαιμικήςισχαιμικού
Αιτιατικήισχαιμικόισχαιμικήισχαιμικό
Κλητικήισχαιμικέισχαιμικήισχαιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισχαιμικοίισχαιμικέςισχαιμικά
Γενικήισχαιμικώνισχαιμικώνισχαιμικών
Αιτιατικήισχαιμικούςισχαιμικέςισχαιμικά
Κλητικήισχαιμικοίισχαιμικέςισχαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →