Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισχναντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ίσχνανση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισχναντικός < αρχαία ελληνική ἰσχναντικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισχναντικόςισχναντικήισχναντικό
Γενικήισχναντικούισχναντικήςισχναντικού
Αιτιατικήισχναντικόισχναντικήισχναντικό
Κλητικήισχναντικέισχναντικήισχναντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισχναντικοίισχναντικέςισχναντικά
Γενικήισχναντικώνισχναντικώνισχναντικών
Αιτιατικήισχναντικούςισχναντικέςισχναντικά
Κλητικήισχναντικοίισχναντικέςισχναντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →