ισχνός
•
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή) Βικιλεξικό
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση) Βικιλεξικό
- Έξω, η λεωφόρος Αλεξάνδρας έχει αρχίσει να φωτίζεται από το ισχνό φως ενός συννεφιασμένου χαράματος (Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, εκδ. Πατάκη, 2016)
- μεταφορικάκαθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια Βικιλεξικό
- μια ισχνή δικαιολογία
- μεταφορικάπολύ μικρής αξίας Βικιλεξικό
- Δεν τα έβγαζε πέρα με τον ισχνό μισθό του.
Ετυμολογία
ισχνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσχνός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχνός | ισχνή | ισχνό |
| Γενική | ισχνού | ισχνής | ισχνού |
| Αιτιατική | ισχνό | ισχνή | ισχνό |
| Κλητική | ισχνέ | ισχνή | ισχνό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχνοί | ισχνές | ισχνά |
| Γενική | ισχνών | ισχνών | ισχνών |
| Αιτιατική | ισχνούς | ισχνές | ισχνά |
| Κλητική | ισχνοί | ισχνές | ισχνά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →