Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισόθεος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ίσος με θεό· τιμητικός χαρακτηρισμός κυρίως στα ομηρικά έπη για σημαντικούς ήρωες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισόθεος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόθεοςισόθεηισόθεο
Γενικήισόθεουισόθεηςισόθεου
Αιτιατικήισόθεοισόθεηισόθεο
Κλητικήισόθεεισόθεηισόθεο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόθεοιισόθεεςισόθεα
Γενικήισόθεωνισόθεωνισόθεων
Αιτιατικήισόθεουςισόθεεςισόθεα
Κλητικήισόθεοιισόθεεςισόθεα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →