Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισόκωλο

/iˈso.ko.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σχήμα λόγουρητορικό σχήμα που χαρακτηρίζεται από την χρήση κώλων, ή ημιπεριόδων με ίσον αριθμό συλλαβών εντός μιας περιόδου Βικιλεξικό
    • Ισόκωλο ή πάρισο λέμε ότι υπάρχει, όταν σε μία περίοδο πεζού λόγου διαπιστώνουμε αλλεπάλληλα ίσα κώλα (ημιπεριόδους ίσων περίπου συλλαβών). Με το σχήμα αυτό ο λόγος οδεύει ρυθμικά-πράγμα που προσελκύει καλύτερα την προσοχή του αναγνώστη ή του ακροατή. Το σχήμα αυτό εκμεταλεύεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Γοργίας (βλ. Lesky, Ιστορ. Αρχ. Ελλ. Λογοτεχνίας, σ. 502). που προσπάθησε με πάρισα και ομοιοτέλευτα καθώς και με άλλα ηχητικά μέσα να σπάσει τα σύνορα ανάμεσα στον πεζό λόγο και την ποίηση. (Γεράσιμος Αν. Μαρκαντωνάτος. 1985. Επίτομο λεξικό λογοτεχνικών όρων σελ. 111 @anemi)

Ετυμολογία

ισόκωλο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰσόκωλον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο αρχαία ελληνική ἰσόκωλος. Συγχρονικά αναλύεται σε ισό- + κώλο(ν)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισόκωλοισόκωλα
Γενικήισοκώλου / ισόκωλουισοκώλων
Αιτιατικήισόκωλοισόκωλα
Κλητικήισόκωλοισόκωλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →