ισώνω
•
- άλλη προφορά του ισιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισώνω < ίσ(ος) + -ώνω, ισιώνω με αποβολή του ημιφώνου ανάμεσα σε [s] και φωνήεν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισώνω | ισώνεις | ισώνει | ισώνουμε | ισώνετε | ισώνουν / ισώνουνε |
| Παρατατικός | ίσωνα | ίσωνες | ίσωνε | ισώναμε | ισώνατε | ίσωναν / ισώναν / ισώνανε |
| Αόριστος | ίσωσα | ίσωσες | ίσωσε | ισώσαμε | ισώσατε | ίσωσαν / ισώσαν / ισώσανε |
| Μέλλοντας | θα ισώνω / θα ισώσω | θα ισώνεις / θα ισώσεις | θα ισώνει / θα ισώσει | θα ισώνουμε / θα ισώσουμε | θα ισώνετε / θα ισώσετε | θα ισώνουν / θα ισώνουνε / θα ισώσουν / θα ισώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισώσει | έχεις ισώσει | έχει ισώσει | έχουμε ισώσει | έχετε ισώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισώσει | είχες ισώσει | είχε ισώσει | είχαμε ισώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισώσει / να ισώνω / να ισώσω | να έχεις ισώσει / να ισώνεις / να ισώσεις | να έχει ισώσει / να ισώνει / να ισώσει | να έχουμε ισώσει / να ισώνουμε / να ισώσουμε | να έχετε ισώσει / να ισώνετε / να ισώσετε | να ισώνουν / να ισώνουνε / να ισώσουν / να ισώσουνε |
| Προστακτική | — | ίσωνε / ίσωσε | — | — | ισώνετε / ισώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →