Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιταλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από ή αναφέρεται ή ανήκει στην Ιταλία και στους Ιταλούς Βικιλεξικό
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)

Ετυμολογία

ιταλικός < αρχαία ελληνική ἰταλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιταλικόςιταλικήιταλικό
Γενικήιταλικούιταλικήςιταλικού
Αιτιατικήιταλικόιταλικήιταλικό
Κλητικήιταλικέιταλικήιταλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιταλικοίιταλικέςιταλικά
Γενικήιταλικώνιταλικώνιταλικών
Αιτιατικήιταλικούςιταλικέςιταλικά
Κλητικήιταλικοίιταλικέςιταλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →