ιχθυοτροφία
•
- αλιείαη εκτροφή ψαριών σε ειδικά διαμορφωμένο υδάτινο περιβάλλον (θαλάσσιο, λιμναίο κ.λπ.) με τρόπο συστηματικό και για εμπορικούς σκοπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιχθυοτροφία < ιχθυοτρόφ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιχθυοτροφία | ιχθυοτροφίες |
| Γενική | ιχθυοτροφίας | ιχθυοτροφιών |
| Αιτιατική | ιχθυοτροφία | ιχθυοτροφίες |
| Κλητική | ιχθυοτροφία | ιχθυοτροφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →