ιχθυόκολλα
•
- λόγιοσυνώνυμο του ψαρόκολλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιχθυόκολλα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰχθυόκολλα. Συγχρονικά αναλύεται σε ιχθυό- + κόλλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιχθυόκολλα | ιχθυόκολλες |
| Γενική | ιχθυόκολλας | ιχθυοκολλών |
| Αιτιατική | ιχθυόκολλα | ιχθυόκολλες |
| Κλητική | ιχθυόκολλα | ιχθυόκολλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →