Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιχθυόμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει με ψάρι Βικιλεξικό
  2. ≈ συνώνυμα: ιχθυοειδής, ιχθυώδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιχθυόμορφος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἰχθυόμορφος. Συγχρονικά αναλύεται σε ιχθυό- + -μορφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιχθυόμορφοςιχθυόμορφηιχθυόμορφο
Γενικήιχθυόμορφουιχθυόμορφηςιχθυόμορφου
Αιτιατικήιχθυόμορφοιχθυόμορφηιχθυόμορφο
Κλητικήιχθυόμορφειχθυόμορφηιχθυόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιχθυόμορφοιιχθυόμορφεςιχθυόμορφα
Γενικήιχθυόμορφωνιχθυόμορφωνιχθυόμορφων
Αιτιατικήιχθυόμορφουςιχθυόμορφεςιχθυόμορφα
Κλητικήιχθυόμορφοιιχθυόμορφεςιχθυόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →