Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιχιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικότοπικό ναξιώτικο μέτρο για πολύ μικρή ποσότητα, που αριθμείται πάντα μία ("μιά ιχιά"), Βικιλεξικό
    • βάλε καμιά ιχιά ρακί να πιούμενε (Βασίλης Γ. Αλιμπέρτης, Ντοπιολαλιά, Κορωνίδα Νάξου, koronida-naxos.gr http://www.koronida-naxos.gr/files/topikaData/ntopiolalia.pdf)
    • αραθύμισα ναχα μια ιχιά ζούλα με μακαρονάδα

Ετυμολογία

ιχιά < υχιά < μια νυχιά • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Άλλοι τύποι

υχιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →