Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιότροπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διαδικτυακή αργκόπου μεταδίδεται τόσο ραγδαίως στο διαδίκτυο που μοιάζει η διάδοσή του με την εξάπλωση ιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιότροπος < ιό(ς) + -τροπος (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική viral

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιότροποςιότροπηιότροπο
Γενικήιότροπουιότροπηςιότροπου
Αιτιατικήιότροποιότροπηιότροπο
Κλητικήιότροπειότροπηιότροπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιότροποιιότροπεςιότροπα
Γενικήιότροπωνιότροπωνιότροπων
Αιτιατικήιότροπουςιότροπεςιότροπα
Κλητικήιότροποιιότροπεςιότροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →