ιόχρους
•
- λόγιομενεξεδής, που έχει το χρώμα του ίου, μοβ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιόχρους < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἰόχρους. Συγχρονικά αναλύεται σε ιο- (< αρχαία ελληνική ἴον μενεξές) + -χρους (< χρώς δέρμα, χρώμα δέρματος).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιόχρους | ιόχρους | ιόχρουν |
| Γενική | ιόχρου | — | ιόχρου |
| Αιτιατική | ιόχρου | — | ιόχρουν |
| Κλητική | ιόχρους | — | ιόχρουν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιόχροες | — | ιόχροα |
| Γενική | ιοχρόων | — | ιοχρόων |
| Αιτιατική | ιόχροες | — | ιόχροα |
| Κλητική | ιόχροες | — | ιόχροα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →