Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιώβειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζει τον Ιώβ (πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης), τα πάθη του και την υπομονή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιώβειος < Ιώβ + -ειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιώβειοςιώβειαιώβειο
Γενικήιώβειουιώβειαςιώβειου
Αιτιατικήιώβειοιώβειαιώβειο
Κλητικήιώβειειώβειαιώβειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιώβειοιιώβειεςιώβεια
Γενικήιώβειωνιώβειωνιώβειων
Αιτιατικήιώβειουςιώβειεςιώβεια
Κλητικήιώβειοιιώβειεςιώβεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →