ιώδιο
•
- χημείααμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I Βικιλεξικό
- Η ποβιδόνη είναι μια ιωδιοφόρος αντισηπτική ουσία από την οποία το ιώδιο απελευθερώνεται με βραδύ ρυθμό στους ιστούς (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, Τόμος 56, Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία, 2005, σελ. 169)
- βάμμα ιωδίου: (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που υπάρχει συνήθως σε κουτί πρώτων βοηθειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική iode < αρχαία ελληνική ἰώδης < ἴον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιώδιο | ιώδια |
| Γενική | ιωδίου / ιώδιου | ιωδίων |
| Αιτιατική | ιώδιο | ιώδια |
| Κλητική | ιώδιο | ιώδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →