κάβα
•
- μέρος κατάλληλο για την αποθήκευση οινοπνευματωδών ποτών Βικιλεξικό
- Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά. Αναζήτησε μια μικρή κρυστάλλινη καράφα με μπλε περιεχόμενο καταχωνιασμένη πίσω από τα σπέσιαλ ουίσκι και πρόσθεσε στο σέικερ διπλή δόση. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
- κατάστημα που πουλάει οινοπνευματώδη ποτά και μερικές φορές άλλα είδη όπως ξηρούς καρπούς κ.λπ. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο στοκ από οινοπνευματώδη ποτά που έχει κάποιος στην κατοχή του Βικιλεξικό
- στα χαρτοπαίγνιατα χρήματα που καταθέτει κάποιος χαρτοπαίχτης στην αρχή της χαρτοπαιξίας, ανταλλάσσοντάς τα με μάρκες Βικιλεξικό
- στα χαρτοπαίγνιααυτός που μοιράζει την τράπουλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cava < λατινική cava < cavus / cavum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάβα | κάβες |
| Γενική | κάβας | — |
| Αιτιατική | κάβα | κάβες |
| Κλητική | κάβα | κάβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →