Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάγκουρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόνεαρός που φέρεται αλήτικα λόγω συνοικιακών φίλων και παρέας και συχνά είναι βιαιότερος από τον μέσο όρο Βικιλεξικό
    • Πολλοί κάγκουρες ρητά αυτοαποκαλούνται έτσι, συνειδητά μιμούμενοι προκαθορισμένες συμπεριφορές. «Η καγκουριά είναι τρόπος ζωής» θα ακούσεις να λένε. Άλλες φορές, η λέξη δεν περιγράφει μέλος κοινωνικής ομάδας, αλλά δυσπροσάρμοστο και επιθετικό άτομο. Οι δηλωμένοι κάγκουρες, σχεδόν πάντα έχουν χαμηλότερη σχολική βαθμολογία από τον μέσο όρο των μαθητών, με ελάχιστες εξαιρέσεις ιδίως σε συνοικίες που σχεδόν όλοι αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι, όμως εκεί πέφτει και η βαθμολογία μέσης απόδοσης.
    • Πολλοί κάγκουρες οδηγούν σε νεαρότερη ηλικία, έχοντας ελεύθερο χρόνο όντας αυτοαπαλλαγμένοι απ' τη μελέτη. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, όμως η καγκουριά είναι πολιτιστική μάστιγα και όχι σποραδικό φαινόμενο.

Ετυμολογία

κάγκουρας < καγκουρ(ό) + μεγεθυντικό επίθημα -ας ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάγκουραςκάγκουρες
Γενικήκάγκουρακάγκουρων
Αιτιατικήκάγκουρακάγκουρες
Κλητικήκάγκουρακάγκουρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →