Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάδρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πλαίσιο γύρω από έναν καθρέφτη, πίνακα ζωγραφικής, κ.α. Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο ίδιος ο πίνακας (ζωγραφικής) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάδρο < → λατινική: quadro

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάδροκάδρα
Γενικήκάδρουκάδρων
Αιτιατικήκάδροκάδρα
Κλητικήκάδροκάδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →