Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάθαρση

/ˈka.θaɾ.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο Βικιλεξικό
    • Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. φιλολογίαο εξαγνισμός, η λύτρωση από τη συναισθηματική ένταση που νιώθει ο θεατής ενός τραγικού έργου, όταν, με την λύση του δράματος, αποκαθίσταται η έννομη και η ηθική τάξη Βικιλεξικό
  3. ψυχολογίαη θεραπεία μιας νοσηρής κατάστασης ψυχικού χαρακτήρα, κυρίως όταν ο ασθενής ανακαλεί στη μνήμη του το γεγονός που την προκάλεσε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάθαρση < αρχαία ελληνική κάθαρσις < καθαίρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάθαρσηκαθάρσεις
Γενικήκάθαρσηςκαθάρσεων
Αιτιατικήκάθαρσηκαθάρσεις
Κλητικήκάθαρσηκαθάρσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →