Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάθισμα

/ˈka.θi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω Βικιλεξικό
  2. οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κάποιος Βικιλεξικό
  3. ο τρόπος που έχει καθήσει κάποιος Βικιλεξικό
  4. ναυτικός όροςπροσάραξη πλεούμενου σε ρηχά Βικιλεξικό
  5. θρησκείατροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται Βικιλεξικό
  6. θρησκείαμοναχική καλυβίτσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάθισμα < μεσαιωνική ελληνική κάθισμα (για τις θρησκευτικές σημασίες) < ελληνιστική κοινή κάθισμα < αρχαία ελληνική καθίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάθισμακαθίσματα
Γενικήκαθίσματοςκαθισμάτων
Αιτιατικήκάθισμακαθίσματα
Κλητικήκάθισμακαθίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →