κάθισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε έπιπλο χρησιμεύει για να κάθεται κάποιος Βικιλεξικό
- ο τρόπος που έχει καθήσει κάποιος Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπροσάραξη πλεούμενου σε ρηχά Βικιλεξικό
- θρησκείατροπάριο κατά την ανάγνωση ή το ψάλσιμο τού οποίου οι πιστοί κάθονται Βικιλεξικό
- θρησκείαμοναχική καλυβίτσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάθισμα < μεσαιωνική ελληνική κάθισμα (για τις θρησκευτικές σημασίες) < ελληνιστική κοινή κάθισμα < αρχαία ελληνική καθίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάθισμα | καθίσματα |
| Γενική | καθίσματος | καθισμάτων |
| Αιτιατική | κάθισμα | καθίσματα |
| Κλητική | κάθισμα | καθίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →