Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάκητα

/ˈka.ci.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποκακία Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποεχθρότητα Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποθυμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάκητα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάκητα. Αναλύετασε σε κακ(ός) + -ητα ή κακ(ία) + -ητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάκητακάκητες
Γενικήκάκητας—
Αιτιατικήκάκητακάκητες
Κλητικήκάκητακάκητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →