κάκιωμα
•
- το αποτέλεσμα του κακιώνω, όταν δύο ή περισσότερα άτομα κρατάνε μούτρα ο ένας στον άλλον, αρνούνται να μιλήσουν μεταξύ τους εξαιτίας κάποιας προηγηθείσας διένεξης, το να κρατάει κάποιος κακία σε κάποιον άλλον (αμοιβαία και μη), να είναι πολύ δυσαρεστημένος μαζί του, το ξέκομμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάκιωμα < κακιώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάκιωμα | κακιώματα |
| Γενική | κακιώματος | κακιωμάτων |
| Αιτιατική | κάκιωμα | κακιώματα |
| Κλητική | κάκιωμα | κακιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →