κάκου
•
- προφορικόμόνο στην έκφραση του κάκου: μάταια, εις μάτην Βικιλεξικό
- Όλο το βράδυ πάσχιζε να βρει μια λύση. Του κάκου!
Ετυμολογία
κάκου < γενική «του κακού»με αναβιβασμό τόνου. : Αναγνώριση: Γενική ενικού του επιθέτου κακός, στο λεξικό ΛΚΝ. Ελλειπτικό ουσιαστικό, μόνον στη γενική ενικού, κατά τη Γραμματική «Τριανταφυλλίδη» 1941, §600.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →