κάκωση
•
- ιατρικήη βλάβη σωματική, ο τραυματισμός Βικιλεξικό
- σπάνιοη κακοποίηση Βικιλεξικό
- σπάνιοη κακοπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάκωση < αρχαία ελληνική κάκωσις < κακόω / κακῶ < κακός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kak- (κακός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάκωση | κακώσεις |
| Γενική | κάκωσης | κακώσεων |
| Αιτιατική | κάκωση | κακώσεις |
| Κλητική | κάκωση | κακώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →